Αν ρωτήσεις δέκα ανθρώπους που θέλουν να ξεκινήσουν podcast τι τους απασχολεί περισσότερο, οι εννιά θα σου πουν ποιο μικρόφωνο να πάρουν. Είναι λογικό, γιατί το μικρόφωνο είναι το πιο ορατό κομμάτι του εξοπλισμού και το μόνο που φαίνεται στο κάδρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δύο άνθρωποι με το ίδιο ακριβώς μικρόφωνο μπορούν να βγάλουν εντελώς διαφορετικό ήχο, και η διαφορά δεν βρίσκεται στο μοντέλο αλλά στο πώς μιλάνε μέσα σε αυτό και στον χώρο που τους περιβάλλει. Σε αυτόν τον οδηγό θα δεις τι πραγματικά διαφοροποιεί τους τύπους μικροφώνων, ποια είναι η σωστή απόσταση και γωνία, τι αλλάζει τεχνικά όταν στο τραπέζι κάθονται δύο ή τρία άτομα και γιατί ο χώρος βάζει ένα ταβάνι που κανένα μικρόφωνο δεν το ξεπερνάει.
Δυναμικό ή πυκνωτικό: η επιλογή εξαρτάται από τον χώρο
Τα δυναμικά μικρόφωνα είναι λιγότερο ευαίσθητα και ακούν κυρίως ό,τι βρίσκεται πολύ κοντά τους. Αυτό τα κάνει συγχωρητικά σε δωμάτια που δεν έχουν ακουστική επεξεργασία, γιατί μαζεύουν λιγότερη αντήχηση από τους τοίχους. Το τίμημα είναι ότι απαιτούν πειθαρχία: πρέπει να μιλάς κοντά και σταθερά, αλλιώς η φωνή σου ακούγεται μακρινή και αδύναμη.
Τα πυκνωτικά μικρόφωνα πιάνουν πολύ περισσότερη λεπτομέρεια και δίνουν αυτόν τον ανοιχτό, γεμάτο ήχο που αναγνωρίζεις σε επαγγελματικές παραγωγές. Ακριβώς επειδή ακούν περισσότερα, ακούν και τον χώρο. Σε ένα δωμάτιο με γυμνούς τοίχους, ένα ακριβό πυκνωτικό θα σου δώσει χειρότερο αποτέλεσμα από ένα φθηνότερο δυναμικό, γιατί θα καταγράψει με μεγάλη πιστότητα όλα τα προβλήματα του χώρου.
Ο κανόνας που βγαίνει από αυτό είναι απλός. Σε ακατέργαστο δωμάτιο διάλεξε δυναμικό και μίλα κοντά. Σε χώρο με σωστή ακουστική διάλεξε πυκνωτικό και εκμεταλλεύσου τη λεπτομέρεια. Η επιλογή δεν είναι ζήτημα ποιότητας, είναι ζήτημα ταιριάσματος με το περιβάλλον.
Η απόσταση και η γωνία κάνουν τη μισή δουλειά
Το πιο συχνό λάθος σε ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις δεν είναι η επιλογή μικροφώνου, είναι η απόσταση. Όσο πιο μακριά μιλάς, τόσο περισσότερο δωμάτιο μπαίνει στην ηχογράφηση σε σχέση με τη φωνή σου, και ο ήχος αποκτά αυτή την αίσθηση ότι κάποιος μιλάει από την άλλη άκρη ενός γραφείου. Μια παλάμη απόσταση είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης για τα περισσότερα σετάπ, και το κρίσιμο δεν είναι το ακριβές νούμερο αλλά να μείνει σταθερό σε όλη τη διάρκεια.
Η γωνία λύνει το δεύτερο πρόβλημα. Αν μιλάς κατευθείαν μέσα στο μικρόφωνο, τα σύμφωνα που παράγουν ριπή αέρα χτυπούν απευθείας την κάψουλα και δημιουργούν εκείνα τα βαριά μπουμπουνητά στα πι και στα μπι. Αν στρέψεις το μικρόφωνο ελαφρώς εκτός άξονα, ώστε να μιλάς λίγο δίπλα και όχι κατά μέτωπο, το πρόβλημα σχεδόν εξαφανίζεται χωρίς να χάσεις καθόλου πυκνότητα στη φωνή.
Υπάρχει και η ανθρώπινη πλευρά. Ένας ομιλητής που ενθουσιάζεται γέρνει προς τα εμπρός και ένας που σκέφτεται γέρνει προς τα πίσω, οπότε η στάθμη ανεβοκατεβαίνει μέσα στο ίδιο επεισόδιο. Γι' αυτό στο στούντιο υπάρχει κάποιος που παρακολουθεί τον ήχο ζωντανά και διορθώνει πριν γίνει πρόβλημα, αντί να το ανακαλύψεις στο μοντάζ.
Τι αλλάζει όταν είστε δύο ή τρεις στο τραπέζι
Με έναν ομιλητή, ένα μικρόφωνο λύνει το θέμα. Με δύο ή τρία άτομα εμφανίζεται το bleed, δηλαδή η φωνή του καθενός μπαίνει και στα μικρόφωνα των υπολοίπων. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, γίνεται όμως πρόβλημα όταν θέλεις να επεξεργαστείς ξεχωριστά τον έναν, γιατί κάθε αλλαγή που κάνεις στο δικό του κανάλι ακούγεται και στα άλλα.
Η λύση είναι ένα μικρόφωνο ανά άτομο, με σωστή απόσταση μεταξύ τους και με κάθε φωνή να καταγράφεται σε ξεχωριστό κανάλι. Έτσι ο ήχος του καθενός δουλεύεται μόνος του, με τη δική του ισορροπία και τον δικό του καθαρισμό, και το τελικό μίγμα ακούγεται ισορροπημένο ακόμα και όταν ο ένας μιλάει δυνατά και ο άλλος χαμηλόφωνα. Είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο σε ένα πολυκάμερο video podcast θέλεις ξεχωριστή κάμερα ανά ομιλητή, μόνο που εδώ αφορά τα αυτιά και όχι τα μάτια.
Γιατί το πέτο μικρόφωνο δεν αρκεί σε ένα vidcast
Επειδή στο video podcast υπάρχει εικόνα, πολλοί σκέφτονται το πέτο μικρόφωνο για να μη φαίνεται τίποτα στο κάδρο. Το πέτο είναι εξαιρετικό εργαλείο όταν ο ομιλητής κινείται, όμως βρίσκεται χαμηλά στο στήθος και όχι μπροστά στο στόμα, οπότε δίνει πιο κλειστό ήχο, πιάνει το τρίψιμο των ρούχων και είναι πιο ευάλωτο στον θόρυβο του χώρου.
Σε ένα στημένο γύρισμα με τους ομιλητές καθιστούς, το μικρόφωνο μπράτσου ή βάσης δίνει σαφώς καλύτερο αποτέλεσμα. Στα σοβαρά shows το μικρόφωνο δεν κρύβεται, γίνεται μέρος της εικόνας, ακριβώς όπως συμβαίνει σε κάθε τηλεοπτική εκπομπή. Αν σε απασχολεί πώς κλιμακώνεται το συνολικό στήσιμο ανάλογα με τις ανάγκες σου, δες τη σύγκριση των διαφορετικών vidcast setups.
Ο χώρος βάζει το ταβάνι σε κάθε μικρόφωνο
Όσο καλό και αν είναι το μικρόφωνο, καταγράφει ό,τι φτάνει σε αυτό. Σε ένα δωμάτιο με γυμνούς τοίχους και τζάμια, η φωνή σου χτυπάει στις επιφάνειες και επιστρέφει με μικρή καθυστέρηση, οπότε το μικρόφωνο καταγράφει τη φωνή δύο φορές, τη μία θολή. Αυτή η αντήχηση δεν αφαιρείται στο μοντάζ, γιατί δεν είναι θόρυβος που κάθεται δίπλα στη φωνή αλλά η ίδια η φωνή ανακατεμένη με τον εαυτό της.
Γι' αυτό η σειρά επένδυσης είναι πάντα πρώτα ο χώρος και μετά ο εξοπλισμός. Ένα μέτριο μικρόφωνο σε σωστά μελετημένο δωμάτιο ακούγεται καλύτερα από ένα κορυφαίο μικρόφωνο σε αδιάφορο χώρο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το φως μετράει πιο πολύ από την κάμερα. Το θέμα αναλύεται πιο διεξοδικά στον οδηγό για την ακουστική ενός στούντιο podcast, και αν σκέφτεσαι να στήσεις δικό σου χώρο, αξίζει να δεις πρώτα τι εξοπλισμό χρειάζεσαι πραγματικά πριν αγοράσεις οτιδήποτε.
Τι κοστίζει να μην ασχοληθείς με τίποτα από αυτά
Αν δεν θέλεις να μπεις στη διαδικασία της αγοράς και της ρύθμισης, το στούντιο υπάρχει ακριβώς για να μη χρειάζεται να λύνεις εσύ αυτά τα προβλήματα σε κάθε επεισόδιο. Στην αγορά της Αθήνας μια ηχογράφηση μόνο ήχου κινείται περίπου στα 40 έως 60 ευρώ την ώρα, ενώ ένα ολοκληρωμένο video podcast session ξεκινά γύρω στα 80 και ανεβαίνει από τα 200 ευρώ και πάνω, ανάλογα με τις κάμερες, τις ώρες και το μοντάζ που περιλαμβάνεται.
Το πραγματικό όφελος δεν είναι μόνο ο εξοπλισμός αλλά ότι κάποιος έχει ήδη δοκιμάσει τι δουλεύει σε αυτόν τον χώρο και το επαναλαμβάνει. Αν θέλεις να ηχογραφήσεις σε στούντιο video podcast στην Αθήνα όπου τα μικρόφωνα, ο χώρος και ο χειρισμός τους είναι ήδη λυμένα, το μόνο που σου μένει είναι η ίδια η συζήτηση.
Πώς δουλεύουμε τον ήχο στη Mastermind
Στο στούντιό μας κάθε ομιλητής έχει το δικό του μικρόφωνο και το δικό του κανάλι. Δουλεύουμε με Neumann, Schoeps και DPA ανάλογα με τη φωνή και το στήσιμο, μέσα από προενισχυτές SSL και Chandler, και ο ήχος παρακολουθείται ζωντανά κατά τη διάρκεια της εγγραφής ώστε τα προβλήματα να λύνονται εκείνη τη στιγμή και όχι μετά. Το live editing γίνεται σε ATEM την ώρα του γυρίσματος, όμως ο ήχος περνάει πάντα από ξεχωριστή επεξεργασία μετά, γιατί θέλει τη δική του δουλειά.
Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι η φωνή σου ακούγεται η ίδια σε κάθε επεισόδιο, ανεξάρτητα από το πόσος καιρός μεσολάβησε ανάμεσα στα γυρίσματα. Αυτή η συνέπεια είναι που κάνει έναν ακροατή να μείνει, και τη χάνεις πολύ εύκολα όταν κάθε επεισόδιο γράφεται σε διαφορετικές συνθήκες.
Συμπέρασμα
Το μικρόφωνο έχει σημασία, αλλά λιγότερη από όση του αποδίδουμε. Ο τύπος που ταιριάζει στον χώρο σου, μια σταθερή απόσταση περίπου μιας παλάμης, ελαφρώς εκτός άξονα γωνία, ένα μικρόφωνο ανά άτομο σε ξεχωριστό κανάλι και ένα δωμάτιο που δεν σου γυρίζει τη φωνή πίσω κάνουν πολύ μεγαλύτερη διαφορά από την επόμενη αναβάθμιση εξοπλισμού. Αν θέλεις να γράψεις σε χώρο όπου όλα αυτά είναι ήδη στημένα, το podcast studio της Mastermind στην Αθήνα βρίσκεται στην Καμβουνίων 10 στον Κολωνό, περίπου 8 λεπτά με τα πόδια από τον Σταθμό Λαρίσης, στο 21 0512 4337, με μικρόφωνα Neumann, Schoeps και DPA, προενισχυτές SSL και Chandler και πολυκάμερη λήψη έως 6K κάτω από την ίδια στέγη.
Θέλεις ήχο που ακούγεται σωστά από το πρώτο λεπτό;
Πες μας πόσα άτομα μιλούν στο επεισόδιο, αν θέλεις μόνο ήχο ή και εικόνα και τι θέλεις να παραλάβεις, και θα σου στείλουμε καθαρή προσφορά για γύρισμα με broadcast μικρόφωνα, ξεχωριστό κανάλι ανά ομιλητή και ξεχωριστό audio edit.
Φτιάξε την προσφορά σου